Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

THE BOY.

Ωχ πόσο πονάω, όταν βλέπω τη φάτσα μου στον καθρέφτη γελάω.
Και κλαίω με λυγμούς για ποιους;
Για όλους τους φίλους μου τους καλούς που δεν αντιδράνε, δε μιλάνε ενώ με βλέπουνε να σαπίζω 
Χωρίς να αρχίζω
Δεν αλλάζω ούτε σε στυλ πεταλούδα, αυτό δεν είναι κουκούλι 
Είναι φέρετρο να μένει κανείς σε αυτή την πόλη που κοιμάται και νομίζει ότι σκίζει 
Τι να λέει; 
Μας πονάει και μετά κλαίει
Και θέλει χάδια και αγκαλιές 
Και Αθήνα μου, σ’αγαπάω να της λες.
Ωχ πόσο πονάω,
μου λες απ’ την πτέρυγα των μελλοθανάτων και εγώ συγκρατούμαι
Λες ότι θυμάσαι πως ήταν τότε
που τσακωνόσουν, γελούσες και έκανες έρωτα
χωρίς τους ορούς, τους γιατρούς και τα αίματα
Άνοιξε το παράθυρο,
δεν πήγα πουθενά. Μια ζωή εδώ..
Και τώρα το μόνο που μου απομένει
είναι αυτή η πανάκριβη μπόχα
Η μονάκριβη μου αγάπη,
η πουτάνα, η καριόλα, αυτή η πόλη
που κοιμάται και νομίζει ότι σκίζει
Τι να λέει;
Μας πονάει και μετά κλαίει
Και θέλει χάδια και αγκαλιές
Και Αθήνα μου, σ’αγαπάω να της λες.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου