Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

ΜΙΑ ΤΑΞΙΔΙΑΡΑ ΨΥΧΗ.

από το αρτομάκι, Κοχυλία
 Εγραφα, μία από τις πρώτες νύχτες που κοιμήθηκα στο σπίτι στη Θεσσαλονίκη ξανά:
"Δεν ξέρω για πόσο και αν θα μείνω. Θέλω να επεξεργαστώ σε ησυχία την περιπέτειά που έζησα.
Γύρισα με ενθουσιασμό να γράψω ιστορίες για τα ταξίδια που έκανα.
Νιώθω σαν το Γκάλιβερ της στολισμένης καπιταλιστικής Ευρώπης.
Τόσες στιγμές μάζευα προσεχτικά για να μη χασω καμιά σε τόσες αλλαγές με τραίνα, αεροπλάνα και οδοιπορικό.
Κάποιες φορές  γελάω μαζι μου και αναρωτιέμαι πως γίνεται να χάσω κάτι αφού ίσως δεν έχω ζήσει απολύτως τίποτα, όλα είναι στο μυαλό μου εκείνο το λεπτό ή και δεν υπάρχω.
Δε θέλω να με τσιμπήσω,ας είναι όλα υπό αμφισβήτιση-όσο λογική και να θέλω να είμαι.Δεν με νοιάζει και πολύ.Αλλά είναι ωραίες σκέψεις, υπερβατικές.
Μου θυμίζει τις radiohead στιγμές που είμαι ξαπλωμένη πριν τον ύπνο και ακούω το Videotape και νομίζω πως η φωνή του Τομ βρίσκεται κλεισμένη σε όλα τα μάτια των σκύλων που έχω κοιτάξει και μετά με τα δαχτυλάκια που χορεύουν πάντα, ταρακουνάει το στρώμα σαν να περνάει υπόγειος σιδηρόδρομος. 'Η η στιγμή που σε ολα τα ταξίδια και τις βόλτες ακούω την κιθάρα του Τζώνι να κλαίει και με συγκινεί κι εμένα μαζί του.
Τότε, γίνομαι ταχυδακτυλουργός που ψάχνει τρόπο να εξαφανιστεί τελείως.
How to disappear completely, σε άλλα λόγια.
Είτε αυτό είναι στο κρεβάτι μου, είτε σε κάποιο στενό δρομάκι ενώ χαζεύω, είτε ενώ είμαι με παρέα που δείχνω πως διασκεδάζω (που ίσως και να συμβαίνει),είτε στα σινεμά,είτε όταν κάθομαι μπροστά σε κάποιο έκθεμα σε γκαλερί στο Παρίσι και αναρωτιέμαι γιατί δεν ντρέπομαι που σε καιρό πολέμου να ασχολούμαι με φιλοσοφία και τέχνη, είτε σε πάρκο του Λονδίνου όπου όλα τα χρώματα με γεμίζουν ευτυχια, είτε σε παιχνιδάδικο του Βερολίνου που νομίζω πως είναι η χαμένη μου οικογένεια.
Οι βόλτες έγιναν αντιβιώσεις.
Ειδικά για μας τις αόρατες Ευτυχίες.
Και για αυτό ευχαριστώ όποιον έγινε εστία αγάπης στα ταξίδια μου.
Είναι ωραίο να τα μοιράζεσαι αυτά τα αρτομικά."
Αυτή τη χρονιά, φύτεψα και συνεχίζω να φυτεύω πολλά σποράκια μέσα μου και περιμένω να ανθίσουν και με αυτή τη σκέψη χαμογελάω πριν κοιμηθώ.

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΟΛΑ.


Δειξε μου τον τρόπο που κινείσαι, δείξε μου το δρόμο για το κρεβάτι, δείξε μου πως να μεθώ από χαρά ξανά, δείξε μου πως γλιστρας μόνος στα πατώματα όταν δε σε βλέπουν, δείξε μου πως να τεντώνω τα χέρια μου πιο ψηλά, δείξε μου πως να βλέπω τα μέρη που ξερω σαν να μην τα έχω ξαναδεί, δείξε μου πως ο χρόνος δεν μεγαλώνει την απόστασή μας, δείξε μου πως να μη φύγω, δείξε μου πως να χορεύω χάνοντας το ρυθμό.
Δε μου δείχνει τιποτα.Μιλάω στον τοίχο.
Θέλω να πάρω μια ηλεκτρική σκούπα και να ρουφήξω το μέσα από το μυαλό μου.Να γίνω ένας λευκός καμβάς.
Και να σεβαστώ τόσο τον εαυτό μου που να μην αφήσω πιτσιλιά να με λερώσει.
Όποτε κάνω τη σκέψη αυτή, θυμάμαι το φίλο μου που έλεγε πως μοιάζω με πίνακα του Πόλλοκ και εγώ θύμωνα γιατί νόμιζα πως με έλεγε άσχημη.
Αποφασίζω να έχω φανταστικό φίλο με στοιχεία όλων αυτών που ακόμα θέλω να αγαπώ.
Θυμάμαι το χαμόγελο του που έσβησε το καλοκαίρι σαν τσιγάρο παράνομο.
Φαντάζομαι να με κοιτάει ενώ κοιμάμαι χωρίς να ξέρω πόση βία του εμπνέω, αλλά δεν έχω φόβο.
Πιο πολύ απ'όλα,αγαπώ τη φωνή του και μετά τις γραμμές στα χέρια του ή κάποιο μικρό χαρακτηριστικό που κρύβεται για τους λίγους-αυτούς που βλέπουν.
Με συναντάει σαν έκπληξη, στα πιο όμορφα μέρη που έχω δει στη ζωή μου.
Τότε η δική μου φωνή, αποκτά δεύτερες και τρίτες φωνές που τραγουδάνε μέσα μου και νιώθω τόσο ευτυχισμένη που χάνω τις αισθησεις μου σαν να ακούω το πρώτο κρουστό στην έναρξη αγαπημένης συναυλίας.
Μπαμ.
Ίσως η σχέση μας να είναι κινηματογραφική και να μην το ξέρουμε.
Ίσως πρέπει να κάνω περισσότερο χώρο για αυτόν.
Η σχεση μου με το φανταστικό μου φίλο πρέπει να λήξει πριν την προλάβει η καθημερινότητα.
Γιατί, ο έρωτας είναι ποιητική πράξη.

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ.


Τα στολίδια στο χριστουγεννιάτικο δέντρο που έχουμε στο σπίτι, είναι κάθε χρόνο τα ίδια από τότε που γεννήθηκα.
Και το έλατο και το σπίτι και όλα είναι παλιά.
Δε βρίσκω νόημα εδώ και χρόνια για στολισμούς.
Αλλωστε,
πάντα με συγκινούσαν ιστορίες για δεντράκια που παράτησαν γυμνά στο κρύο και στολίζονταν με σκουπιδάκια που θέλησαν να τα ζεστάνουν.
Από την άλλη, λίγα όμορφα κουκλάκια και λαμπιόνια, δίνουν ψευδαίσθηση χαράς σε ένα άδειο σπίτι, κι εμένα αυτό με διχάζει γιατί το κατανοώ.
Όταν περπατάω και παρατηρώ τα πολύ στολισμένα σπίτια ή φορτωμένες βιτρίνες νιώθω πως διακρίνω την κιτς προβολή της καταθλιψης που βιώνουν οι άνθρωποι γύρω μου.
Όσο μεγαλύτερη η θλίψη, τόσο πιο λαμπερός ο φιόγκος.
Ετσι, γέμισαν όλα τα μπαλκόνια κοκκινοπράσινα κορδελάκια και αστέρια.
Χαρμολύπη, με το "καλημέρα σας".

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

ΤΕΧΝΗΤΗ ΑΝΑΠΝΟΗ.


Ασφυκτιώ, δεν μπορώ να κοιμηθώ.
Βγαίνω να πάρω ανάσα κρύα, στο μπαλκόνι.
Το κάθε βλέμμα με τρελαίνει όλο και περισσότερο.
Κλείνω τα ματια μου με τις χούφτες μου, προσπαθώ να μου εξηγήσω γιατί ή να μη σκέφτομαι καθόλου.
Βάζω ένα σιντί, που από την εφηβεία μου ψιθυρίζει το άγχος του να βρω τον εαυτό μου.Τα ντραμς λιώνουν τα τύμπανα του αφτιού μου όλο και πιο πολύ κι εγώ συνεχίζω να δυναμώνω σαν να μην άκουσα ήδη καλά.
Δεν θυμάμαι μήπως;
I'm so lost, I'm barely here.
It's too late to save me, you're too late.
I'm sick with comprehension.
Πόσο φοβάμαι το σκοτάδι τέτοιες στιγμές.
"Μη φοβάσαι πια
την καλοκαιριάτικη βροχή
τις νύχτες που ξυπνάς
απ΄ τον βαθύ των φύλλων ψίθυρο.
Κλείσε τα μάτια μόνο καλύτερα,
κι άνοιξε κείνη την καρδιά σου.
Ίσως την αποπλύνει η καταιγίδα."
Μακάρι, αγαπημένε μου Σαχτούρη.
Αναρωτιέμαι γιατί πιστεύω πως χάνω τον εαυτό μου.
Χαζεύω φωτογραφίες που με τράβηξαν πρόσφατα,κάνω ζουμ προσπαθώντας να βρω, να αναγνωρίσω πράγματα που ίσως δε βλέπω από αυτή τη θέση την τόσο εγωιστική.Ψάχνω να βρω κάποιο νόημα, κάποιες σχέσεις, κάποιες συνθήκες που έχουν αλλάξει.
Νιώθω να βράζω μέσα μου και παράλληλα μια ήρεμη δύναμη με λούζει με κρύο νερό και με τυλίγει με πετσέτα για να μην τρέμω.
Με ενοχλεί αυτό, με μπερδεύει.
Καταλήγω στο πιο απλό.
Τίποτα δεν έχει αλλάξει και όλα είναι διαφορετικά.
Το πνίξιμο του θυμού, του αισθήματος, της συγκίνησης.
Το τραγούδι ταρακουνάει την οργή της εφηβείας μου, το ποίημα το συγκινησιακό μου.Μου μιλούν για πρώτες ύλες, για ένστικτα.
Και ο φόβος εκεί, τα πάτησε κάτω μπροστά στην κοινωνική ενηλικίωση.
Όλα εκεί, αλλά στην αναμονή, πιστοί συγκάτοικοι, να αφήνουν όλο και λιγότερο χώρο αναπνοής.
Σήμερα δε θα κοιμηθώ, αλλά τουλάχιστον θα πάρω μια βαθιά δόση οξυγόνου ελπίζοντας να μπορέσω σε λίγο να αναπνέω ξανά.

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ.

Παίρνω το χέρι σου και γράφω πάνω το όνομά μου.
Εσύ παραγγέλνεις ποτό για σένα, αφού εγώ δεν πίνω.
Φοβάμαι μην πιεις παραπάνω, ζαλιστείς και δε θυμάσαι.
Με τη σκέψη, κουμπώνω την παλάμη μου στα δάχτυλά σου σαν κομματάκια πάζλ.
Πιο γρήγορα θολώνουν για μένα όλα μάλλον.
Φαντάζομαι το χώρο να αλλάζει σχήμα και να μη χωράω πια.
Ίσως η Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων να ήταν απλά ερωτευμένη.
Ίσως.
Τη φαντάζομαι με μαλλιαρό πουλόβερ ή ακόμα και γούνα και βούλες κάτω από τα μάτια.
Πολύ μπερδεμένη, δεν ξέρει ποιο σημείωμα να πρωτοδιαβάσει, να μεγαλώσει ή να μικρύνει, την κυνηγάει κι ο λαγός με το άγχος του χρόνου στο λαιμό, πνίγεται στα ίδια της τα δάκρυα και τις υπερβολές,χάνεται σε λαβυρινθους που κανείς δεν πρόλαβε να της χτίσει, δε φτάνει ποτέ στο σημείο που ψάχνει γιατί κι αυτό εξαφανίζεται από το χάρτη, το μόνο που θυμάται είναι ένα χαμόγελο κι αυτό όσο τρέχει σε πάρτυ ψευδαισθήσεων σβήνει, χορεύει χορεύει με το ρυθμό του τικ τακ, τρέχει μακριά του αλλά ο ρυθμός την γραπώνει.
Κοιτώ το χέρι μου ξανά και βλέπω τα δάχτυλά του να το χαιδεύουν χωρίς να με έχει αφήσει όση ώρα εγώ κάνω αυτές τις σκέψεις.
Μου αρέσει πολύ όποτε δε μιλάμε να μου δείχνει έτσι την παρουσία του.
Χαμογελάω κρυφά, αναρωτιέμαι από πότε μου αρέσει αυτή η μπαλάντα που παίζει.
Σκύβω το πρόσωπό προς τον κορμό και μυρίζω τη μπλούζα μου. Μυρίζει Βερολίνο, θυμάμαι ότι την έπλυνα εκεί τελευταία φορά πριν τη φορέσω σήμερα.
Summertime sadness, α ναι, αυτή είναι η μπαλάντα.
Αφήνω το χέρι, αφήνω και το αίσθημα πριν με αφήσει αυτό.

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

ΑΝΑ-ΜΕΣΑ ΜΑΣ.


Κάθε μεσάνυχτα ξύπνια.
Στην πόλη που με ρούφηξε μέσα στο σπίτι σαν πισίνα που άδειασε χωρίς να το καταλάβω.
Και απορώ πως χώρεσα να ξεγλιστρήσω από τη χαραμάδα.
Βρίσκω τον εαυτό μου να παρατηρεί συνεχώς και να φτιάχνει νέα σενάρια.
Όχι τόσο για ταινίες όσο για ψυχοσυνθέσεις.
Η πόλη έχει πιο άγνωστα-γνωστά πρόσωπα κι από αυτά που περιγράφει ο Ιωάννου.
Οι χειμώνες δεν ξέρω αν μυρίζουν ίδιοι.Προσπαθώ να εντοπίσω μυρωδιές.
Μανταρίνι, κάστανο, κανέλλα, μάλλινα βγαλμένα από ντουλάπες ζεστές, καραμέλες για το λαιμό.
Ονειρεύομαι να ήμουν κάπου όπου θα ήταν καθαρές οι μυρωδιές και θα ένιωθα ήρεμη σαν πάγος.
Φαντάζομαι κορίτσια να χορεύουν με χιονοπεδιλάκια και να γελάνε όσο πέφτουν.
Μετά μου έρχονται αληθινές εικόνες από τις άρρωστες οικογενειακές γιορτές, που δεν ξέρω αν θέλω να τις θυμάμαι πια.
Κάποια στιγμή πριν λίγο καιρό, ένιωσα για πρώτη φορά στη ζωή μου τι σημαίνει Αιώνια Λιακάδα Ενός Καθαρού Μυαλού. Σημαίνει ευτυχία και πόνος μαζί. Σε ένα αίσθημα.
Μάλλον αυτά θα σκέφτεται και κάποια άλλη εκεί έξω.Κάποια που ίσως πουλάει ζεστή σοκολάτα σε κακομεθημένα παιδιά ή κάποια που πουλάει το κορμί της.
Στη φαντασία μου, αυτά δεν είναι υποθέσεις, Είναι μικρές μαγικές κλειδαρότρυπες.
Και στο δικό μου κουτάκι που έχω κλειδωθεί, στην πόλη αυτή, φαντάζομαι πως ίσως κάποιος να κρυφοκοιτάει.
Γι'αυτό κάθε φορά που ξενυχτώ, δε νιώθω μόνη.


Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

ΟΣΑ ΠΟΝΑΝΕ, ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ.


ADIE | Chill photographieΕίμαι άρρωστη. Ξαπλώνω στο πάτωμα προσπαθώντας να πάρω ανάσα.
Νομίζω πως πεθαίνω μόνη.
Το ένστικτό μου με προστατεύει, το μυαλό μου με σέρνει σε ονειρικές πραγματικότητες.
Τέτοιες στιγμές ο φόβος, κάθεται κάπου στο βάθος και περιμένει να περάσουν οι πιο νέοι, οι βιαστικοί.
Τα μάτια θολώνουν αλλά θυμάμαι καλά, βλέπω καλύτερα.
Είμαι σε μνήμες και σώματα άλλων, συγγενών νεκρών ή και αγαπημένων προσώπων, το υποσυνείδητό μου τα μπλέκει.Βρίσκομαι σε άλλες εποχές, αναίσθητη ή ζω περιπετειες.
Η φωνή δεν ξέρω αν υπάρχει καν.
Κινηματογραφώ συνεχώς, το μυαλό μου γίνεται μηχανή προβολής που ξεμένει από κάρβουνο.
Δεν μπορώ να το ελέγξω, του δίνω ό,τι όπλα μου απομένουν.
Αφήνομαι και ξαφνικά ειναι ένα μεγάλο πλαστικό σώμα με κυοφορεί με κουκουλώνει και εγώ ασφυκτιώ.
Πνιγμένη, ανοίγω τα μάτια.Βήχω.
Ο λαιμός μου δε νιώθει τίποτα.Ούτε μπορεί να πει.
Ο Τομ με κοιτάει από τη θέση του και μου θυμίζει ότι οι μεγαλύτερες ευαισθησίες βρίσκονται στην ακοή.
Εκείνη την ώρα, με παίρνει τηλέφωνο.
Μου κάνει παρέα, χωρίς να θέλει να δείξει αν έχει αισθήματα.Παίζει το ρόλο που χρειάζομαι.
Νιώθω σαν παγιδευμένο ζωο, αδύναμο, στο ακουστικό.
Αποφασίζω να αγνοώ επιλεκτικά και να κρατάω τα αναγκαία μόνο.
You are all I need, που λες Τομ.
Του μιλώ ανήσυχη, με ραγισμένη φωνή για τα όνειρα μου.
Με μεταμορφώνει σε Σταχτοπούτα.
Και τότε όντως, όλα εξαφανίζονται μαγικά.

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ ΤΗ ΦΡΙΝΤΑ.


Σε είδα πάλι στον ύπνο μου. Περπάτησες στην πλατφόρμα 31.Σε είδα με την άκρη του ματιού μου.Στάθηκες και περιμένεις το τρένο. Παρατηρώ την μεγάλη βαλίτσα που κρατάς σφιχτά στα χέρια.Δεν ήξερα αν κινείσαι ή όχι. Κοιτούσες συνέχεια μπροστά. Κάποια στιγμή έκατσες πάνω της  βάζοντας και εκείνη σε θέση να κοιτάει σε αναμονή. Όταν μπήκα μέσα μπερδεύτηκα στο χάος με τις εφημερίδες και τα τσιγάρα. Σκεφτόμουν ότι μπήκα σε λάθος εποχή, σε λάθος χωροχρόνο. Εψαξα το άρωμά σου και το έντονο κυπαρρισί της δερμάτινης βαλίτσας. Όλοι κινούνται. Εσύ όμως, έρχεσαι και κάθεσαι απέναντί μου, γυρνώντας το πρόσωπο σου ώστε να χαμογελάσεις ντροπαλά και γοητευτικά. Όσο σου πάει. Οι αναλογίες του προσώπου και οι μαύρες τρίχες στο λευκό δέρμα, μου θυμίζουν τη Φρίντα. Όλα πάνω σου μοιάζουν ατελή και αυτό σε κάνει ακόμα πιο τέλεια. Όσο κοιτάζεις έξω στη διαδρομή, θέλω να  χαιδέψω το κόκκινο κραγιόν να δω αν ξεβάφει. Δεν κοιτάω πια το χρώμα της βαλίτσας. Μόνο τα δικά σου χρώματα θυμάμαι πια. Ακουμπάς απαλά το χέρι στη φούστα. Μου θυμίζει τον τρόπο που ξεκουραζε η γιαγιά μου τα χεράκια της μετά το κέντημα. Τα μαλλιά μου είναι πιο γκρίζα από ποτέ, σκέφτομαι μπλεγμένη στα χρώματά σου. Σφίγγω την παλάμη μου. Ξυπνάω.

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Η ΦΙΓΟΥΡΑ ΤΟΥ.


Είναι τυχαία εκεί.
Ή εγώ είμαι τυχαία. Όχι εκεί.
Το σημείο αυτό το μοναδικό, που έφτασε χωρίς να ξέρει ή να το θέλει.
Εκεί που νιώθει τόσα πολλά.
Εκεί που νιώθει υπερβολές.
Aυτός που δεν κοιτάει πια.
Οι παλάμες σφίγγουν όσο ποτέ, τα δάχτυλα τρέμουν.
Καμία σκέψη αγκαλιάς, μόνο προσπάθεια
αναγνώρισης
μιας φιγούρας που φεύγει
με τα μάτια μισόκλειστα.

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

31+1.


-κτουπ-
Χτυπάς το χέρι σου την ώρα που χορεύεις.
Δεν περίμενα να πέσεις, σαστίζω για μια στιγμή.
Στο τυλίγω και φιλάω τη μελανιά σου για να γίνει καλά πιο γρήγορα.
Πόσο αγαπάω τις μελανιές της χαράς στο λευκό δέρμα.
Με το άλλο, με αγκαλιάζεις και φέρνεις το κεφάλι μου στη γωνία που φτιάχνει ο κορμός με το χέρι.
Γωνία ζεστή και αγαπησιάρα, όπως όλα τα καταφύγια και τα ραντεβού στην ιστορία.
Τότε είναι η στιγμή για ησυχία.
Τότε που θες να κλάψεις και δεν μπορείς.
Μην ξέροντας αν είναι από αδυναμία ή δύναμη.
Νομίζω ότι βουλιάζουμε στο πάτωμα.
Πιο κάτω δεν πάει όμως.
Ο χώρος είναι προβολές της ψυχής μας.
Κοιτάω το ραγισμένο ταβάνι μας. Αραγε έχω δει πιο όμορφο ταβάνι στη ζωή μου;
Αρχίζεις να μου μιλάς και να εξηγεις πράγματα που ξέρω ήδη ή έχω φανταστεί.
Στο μυαλό μου, έξω έχει ήδη σκοτεινιάσει.
Σε τραβάω και ντυνόμαστε και πλενόμαστε και βάζουμε τα πιο χοντρά μας ρούχα, να μην κρυώνουμε.Το ένα πάνω από το άλλο, αυτό είναι το κόλπο.Μακάρι να οδηγούσα, εύχομαι μέσα μου, τέτοιες στιγμές.
Αλλά ας βγούμε στο κρύο να αναπνεύσουμε σαν άνθρωποι.
Όπως τότε, πριν από χρόνια που ήθελα να τρέχω στα πρώτα κρύα.
Θα πάμε στον πιο ωραίο δρόμο, στον άδειο, με τα δέντρα και τα Χριστουγεννιάτικα φώτα.
Εκεί που εντυπωσιαζόμαστε από όλα αυτά που δεν μπορούμε να αγοράσουμε.
Τα χνώτα στο κρύο προδίδουν αναστεναγμούς, δεν είναι για πολλά πολλά.
Αυτή τη φορά θα πάρουμε μια βαθιά ανάσα μαζί, συγχρονισμένη.
Σαν κολύμβηση.
Αν δεν κρύωναν τα χέρια μου θα τραβούσα μια φωτογραφία.
Εχω αγοράσει μια φωτογραφική μιας χρήσεως που κουβαλαω αυτές τις μέρες πάνω μου, αλλά ακόμα δεν έχω τραβήξει καμία.Απορώ γιατί λέει 31 και όχι 32.
Ξέχασα ότι με τράβηξες εσύ μια όταν ετοιμαζόμουν, αλλά θα το μάθω μόνο όταν εμφανιστούν.
Τότε θα ανακαλύψω πολλές φωτογραφίες που λείπουν.
Προς το παρόν, βάζουμε λίγο χιόνι στο χέρι σου για τη μελανιά και γυρνάμε γρήγορα στο γκρι μας σπίτι.
Βάζουμε ταινία και σε παίρνει ο ύπνος ένα κλικ πριν από μένα.
Ωραία τα κλικ.
Φτάνουν για να προλάβεις να χαμογελάσεις πριν κοιμηθείς.

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

ΤΟ ΖΑΛΙΣΜΕΝΟ.


Σε μια στιγμή μας βλέπω γέρους μαζί, να λέμε τα ίδια και να φοράμε τα ίδια και να ακούμε τα ίδια όπως εκείνη τη στιγμή.
Δεν το καταλαβαίνω.
Γιατί μου αρέσει τόσο να είμαι μαζί του.
Οι ταιριαστοί-αταίριαστοι.
Πριν φύγει παίρνω το τσιγάρο από το χέρι του, τραβάω μια ρουφηξιά ίσα για να ''κάνω κεφάλι''.
Μπλιαχ.
Γυρνάω μόνη στο σπίτι, ζαλισμένη.
Κοιτάω στον καθρέφτη της μηχανής το απλό μαύρο μου κοντομάνικο.
Είσαι το κορίτσι που θα ερωτευόταν ο Μπουκόφσκι, λέει το μπλουζάκι και μου κλείνει το μάτι.
Τα δάχτυλα και τα μαλλιά βρωμάνε τσιγαρίλα.
Ο άλλος μου εαυτός λέει πως θα 'θελε να μυρίζει βανίλια,αλλά τώρα ποιος με ακούει.
Ψάχνω να βρω το κραγιόν αλλά-ως συνήθως-κάπου κρύβεται.
Νιώθω σαν να βγαίνω από κακόφημο μπαρ της Γαλλίας.
Τελευταία μιλάω και γαλλικά, ίσως προετοιμάζομαι για αλκοολική με παρέα την τελευταία μαύρη γάτα του Ευγένιου.
Τσιμπάω από τα σκουπίδια κάτι πεταμένους γάμους στο δρόμο για το σπίτι.
Μην πάω με άδεια χέρια.
Αδεια;
Κοιτάζω τα χέρια μου αυτόματα.
Εχουν κάτι απορημένες γραμμές, τα συμπαθώ, τα φαντάζομαι να κεντάνε γρήγορα, να χορεύουν στο πληκτρολόγιο ή να στολίζουν μπισκότα.
Γυρνάω με σκόρπιες σκέψεις για μια επόμενη ταινία που θέλω να κάνω.
Πάει κι ο Τσαρλς, μπλουζάκι, σκέφτομαι πετώντας τη μπλούζα στην καρέκλα.



Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

ΤΑ ΚΟΧΥΛΑΚΙΑ.


(3) Tumblr

Οι λέξεις που δεν ξέρουμε.

Οι άνθρωποι που δε γνωρίσαμε.
Οι ήχοι που δεν ακούσαμε.
Τα μέρη που δεν φανταστήκαμε.
Οι θησαυροί που προσπεράσαμε.
Τα χέρια που δεν πιάσαμε.
Οι σκέψεις που κρύψαμε.
Οι δρόμοι που δεν περπατήσαμε.
Τα χρόνια που δεν θυμόμαστε.
Οι στιγμές που δεν μοιραστήκαμε.





Όλα αυτά τα κομματάκια που τρυπάνε κι ο χρόνος στη μέση.

Να κάνει τα ''δεν" , ''θα'' και τις στερήσεις, δυνατότητες.

Όταν ήμουν μικρή μάζευα όλα τα κοχυλάκια από τις θάλασσες.
Τα πιο πολλά λευκά και σαν φορεματάκια.
Αυτά που αγαπούσα πιο πολύ και ήταν τα ξεχωριστά μου ήταν όσα είχαν τρυπούλες πάνω.
Δεν τα έκανα στολίδια.
Τα κρατούσα.

Heart... | Tumblr | via Tumblr


Πολλές φορές νιώθω σαν τα κοχυλάκια αυτά, τρυπημένο να περιμένει με αγωνία ένα κύμα να το ξαναπάρει μαζί του.

Και τότε θα κάνω τον χαρούμενο χορό μέσα στη θάλασσα.


Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΟΥΣ.

Eδώ και μέρες έχω αυτό το αίσθημα: Το ξανά.
Ξαναείμαι εδώ, σκέφτομαι.
Ξανά καναπές, ξανά αυτός ο τοίχος, ξανά τα πράγματά μου, ξανά αυτά τα κλειδιά στην πόρτα, ξανά όλα. Ξαναβάζω να ακούσω το ίδιο τραγούδι, κάνω τις ίδιες λούπες στο μυαλό μου.
Εκεί που με πιάνει βαθιά απελπισία και σκέφτομαι πως ο έρωτάς μου με το πρώτο μου σπίτι τελείωσε, προσπαθώ να το ξανακερδίσω.  Έρχεται βροχούλα ευτυχώς, που σου δίνει αίσθηση πως είσαι ασφαλής μέσα.
Για την ισορροπία του πράγματος, τουλάχιστον.
Προσπαθώ να βρω πράγματα που αγαπώ στην Αθήνα, στην Ελλάδα, βλέπω τα πρώτα μου φιλμ και ψάχνω να βρω ένστικτα και διαθέσεις. Δύσκολο.
Αλλά έχω πειστεί ότι είμαι αισιόδοξη. Ή έστω, όχι αρνητική.
Μου το έμαθε η μαμά μου αυτό.
Βλέπω παλιές ρομαντικές ταινίες και αναρωτιέμαι αν θα έρθει ποτέ ξανά η μέρα που οι άνθρωποι θα θέλουν να ερωτεύονται όπως το '90.
Η αγαπημένη μου δεκαετία. Μυρίζει Νέα Υόρκη, ποπ, Χριστούγεννα και παιδικά χρόνια.
Βάζω έναν καινούργιο ήχο του Yann, ΑM και Panama και προσπαθώ να ορίσω το αίσθημα που με κάνει να θέλω να πέσω από το κρεβάτι μου.
Βγαίνω να μιλήσω με ένα φίλο.Νιώθω σαν το αόρατο δέντρο στην Πειραιώς.
Συνειδητοποιώ ότι δεν έχω αλλάξει ιδιαίτερα. Ότι δεν αλλάζω.Τρομαχτική ευθύνη.
Σκέφτομαι να γυρίσω πίσω ή να φύγω πάλι.
Προσπαθώ να δώσω νόημα στις φυγές μου.
Δεν μπορώ να βρω σπίτι για να φύγω από αυτό.
Ούτε να φύγω από αυτό, ούτε να γυρίσω σε αυτό.
Γιατί όσο κι αν εσύ δεν αλλάζεις, ο χρόνος παίρνει μαζί του όλα όσα εσύ άφησες άθικτα για να τα αγαπάς και να σε συνοδεύουν.
Σαν ρομαντικό παιδί των 90s όμως, έχω τον ψυχαναγκασμό να ψαξω τα απομεινάρια που θα κρατήσω να μου θυμίζουν γιατί δε θα αντάλλαζα ποτέ τη ζωή μου.

Και όλα αυτά να τα βλέπω σαν ταινία στο μυαλό μου κάθε μέρα, κάθε νύχτα.
Και όταν χάνομαι μέσα σε αυτά, θα ξέρω καλό κολύμπι και δε θα φοβάμαι.
Νιώθω περίεργα, αλλά όπως λέει ο γερμανός συγκάτοικός μου, "seltsam ist gut".
Στο δρόμο καταλαβαίνω πόσο με συγκινεί να βλέπω φώτα από μακριά σε παράθυρα πολυκατοικιών. "Έχει μείνει το μόνο αίσθημα που μου δίνει τόση χαρά στην πόλη να χαζεύω ξένα σπίτια", σκέφτομαι και φέρνω στο μυαλό μου ιστορίες ανθρώπων και παιδικές μνήμες.
Γυρνώ σπιτι και πέφτω στο κρεβάτι μου.
Κρατώ μια λέξη που δε μεταφράζεται: Ιktsuarpok.

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

B-DAY DIARY.

  Απορούσα πως θα περάσω φέτος τα γενέθλιά μου.
Όχι δεν είναι η σημαντικότερη μέρα, αλλά με γοητεύουν οι αφορμές.
Κάθε χρόνο κάνω απολογισμό έτους και μπαίνω στο μπάνιο για ώρα, ενώ έχω καθαρίσει το χώρο μου πρώτα.Όποιοι μοιράστηκαν τα τελευταία χρόνια μαζί μου εδώ, το ξέρουν.
  Φέτος, μετά από αρκετά δύσκολες σκέψεις και ανησυχίες για πολλά πράγματα, θέλησα να βγω και να γιορτάσω με κόσμο. 
Συνήθως, όπως όλοι-έστω και με αυθυποβολή- όταν δε θέλω να σκέφτομαι, δρω όλο και με μεγαλύτερη εξωστρέφεια.Δεν κανόνισα, το άφησα στην τύχη και έκανα κάποιες προσπάθειες με συγκεκριμένα άτομα. Πολλές ωραίες ιδέες, πολλή ενέργεια, αλλά πάντα κάτι δεν κυλάει.Δεν πήγα στην οικογένειά μου, που θα ήταν η μεγαλύτερη αγκαλιά, αλλά όχι τόσο από επιλογή αυτή τη φορά.Τους σκέφτομαι και μου λειπουν όμως. Και κάτι τέτοιες μέρες, πιστεύω πως μόνο εκείνοι με καταλαβαίνουν αληθινά. 
  Μάζεψα τα πάντα για να είμαι ευχαριστημένη στο χώρο μου, ετοιμάστηκα και περίμενα νέα για να βγω.Έξω είχα σίγουρα κόσμο να συναντήσω, αλλά το ένστικτό μου πάντα με αποθαρρύνει από επαφές που στο τέλος μου δημιουργούν αρνητικές σκέψεις. Φούσκωσα μπαλόνια, έστησα ένα ωραίο σκηνικό και απλά περίμενα. Αρχισα να στεναχωριέμαι και να πιστεύω ότι δεν έχω κανέναν να νοιαστεί για μένα, πως όλα είναι απογοήτευση και πως το ότι στολίστηκα και ήμουν τόσο θετική είναι ακόμα πιο θλιβερό. Μιλησα με ένα φιλο, χτύπησαν τα τηλέφωνα, ήρθαν οι ευχές. έβαλα μουσική και
άρχισα να χορεύω.Δεν ήθελα να βγω. Ο απολογισμός ήρθε ακομα και τυχαία και τελικά με ικανοποίησε πολύ αυτό. 
Είμαι χωμένη στο κρεβάτι μου και σκέφτομαι πως η χρονιά μου έκλεισε πολύ σωστά. Όπως και εξελίχθηκε, με ειλικρίνεια.Μια χρονιά καθαρά προσωπικής προσπάθειας.Αυτή που θέλει να αγαπάει να είναι μόνη, που θέλει να μη φοβάται να είναι μόνη.Κάνω το διαλογισμό μου, φοράω το παιδικό μου ρολόι και διαβάζω Sempe πριν κοιμηθώ για να ξυπνήσω ένα χρόνο μεγαλύτερη.Και μου αρέσει αυτό.
Μέχρι που χτυπάει το τηλέφωνο και ένα αγαπημένο μου αρτομάκι, μου λέει να ετοιμαστώ γρήγορα γιατί μου έχει έκπληξη.
Και όντως, δεν ήθελα πολύ. Βγήκαμε, σβήσαμε το κεράκι, κάναμε τις βόλτες στα πάρτυ με το περιοδεύον ποτό και γλυκό μέχρι το πρωί. Ωραιο αισθημα όλο αυτό-το συντροφικό, υποθέτω.Πόσο μάλλον να σε φυσάει ενώ ξημερώνει πάνω σε μια μηχανή που τρέχει στο κέντρο της πόλης.Όλα αυτά μένουν εκεί.
Τα κλείνω στο κουτί μου μαζί με όλα όσα θέλω να θυμάμαι.Αρχισε η χρονιά με το ''1'' παραπάνω και είναι απαιτητική.Μακάρι να βρίσκεται πάντα ένα γλυκό αρτομάκι να κάνει την έκπληξη εκεί που χρειάζεται. 
Ως τότε, θα είμαι το Ευτυχάκι που έσβησε τα κεράκια και θα γίνομαι ένα τσικ πιο ευτυχισμένη ακούγοντας από το τηλέφωνο με κλειστά τα φώτα κάποιον να μου απαγγέλει το παράπονο του Ελύτη, όποτε του λέω το δικό μου:

"Αναρωτιέμαι μερικές φορές:
Είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά, πως η ζωή μου είναι μία;
Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;
Ν' αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα.
Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις.
Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές.
Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές.
Να περιμένεις μεγάλες στιγμές.
Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.
Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου. 
Και να μη βλέπεις ,πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους.
Σ' εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται.
Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους.
Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.
Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά.
Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα.
Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς.
Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.
Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου.
Κάθε μέρα αποτυγχάνω.
Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή.
Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους.
Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους.
Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.
Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ..
Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν.
Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.
Όσο κι αν κανείς προσέχει όσο κι αν το κυνηγά πάντα, πάντα θα 'ναι αργά, δεύτερη ζωή δεν έχει."



Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

21.

Ήρθε η μέρα που είμαι ενήλικη παγκοσμίως πια.
Κι ακόμα νιώθω όπως τότε.
Χρόνια πολλά, Ευτυχάκι.
:)

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

LIKE IT'S HER BIRTHDAY.

Αύριο 13, έχω γενέθλια.

Πώς νιώθω κάθε χρόνο μια μέρα πριν:





Mια μέρα μετά (που καταλαβαίνω πως έχει περάσει ένας ολόκληρος χρόνος):