Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΝΤΑΜΑ ΚΟΥΠΑ.

Στο δρόμο της Γερμανίας βρίσκω τυχαία μια ντάμα κούπα από την τράπουλα που είχε η γιαγιά μου.Εριχνε πασιέντζες το βράδυ στις 12.Θησαυρός.
Ανεβαινω στο κρεβάτι που κοιμάται η μαμά μου για να φτάσω το κουτί -εκείνο του γαλάζιο ψηλά- με τις παιδικές βιντεοκασέτες απ'όπου μάθαινα αγγλικά μικρή.Ψάχνω μανιακά να βρω λίγο θάρρος.
Στο σαλόνι θυμάμαι μόνο καβγάδες και ψεύτικα τραπέζια.Σπασμένα φλυτζάνια παντού στο καλύτερο χαλί.
Το ρολόι είναι κι αυτό πάντα γαλάζιο και το βράδυ φοβάμαι το τικ τικ που κάνει και δεν μπορώ να κοιμηθώ.Το δωμάτιό μου είναι δίπλα σε όλα.Απέναντι στην πόρτα.
Οχι τυχαία θέση.Νιώθω υπεύθυνη να υπερασπιστώ το σπίτι μου αν γίνει κάτι.
Βγαίνω στο μπαλκόνι.
Κοιτάω έξω προς τα πάνω σε προσπάθεια να βρω ουρανό.
Η τέντα μας έχει λιώσει, αλλά δεν έχουμε λεφτά ούτε να ονειρευτούμε πια.Ούτε όνειρα για ουρανό, ούτε για καλύτερες τέντες.
Βλέπω μόνο το σχολείο απέναντι και θυμάμαι τις ωραίες ώρες των μπλακ αουτ.
Με την αδερφή μου φοβισμένες απο το σκοτάδι βγαίναμε στο  μπαλκόνι και τραβούσαμε με την κάμερα η μια την άλλη.
Αν ήταν η γιαγιά μας μαζί θα κοιτούσε τα χελιδόνια και θα έκλαιγε.
Σε τέτοια σημεια σταματώ και φτάνω πάντα στα γνωστά συμπεράσματα.
Πόσο θα ήθελα να είναι όλη μου η οικογένεια στο μπαλκόνι μαζί μου.
Πόσο θα ηθελα να είναι όλοι τους στο σπίτι μου.
Το μεγάλο παράπονο που θα έχω για πάντα υποθέτω είναι πως ποτέ δε θα μπορέσω να καλέσω την οικογένειά μου στο δικό μου σπίτι. Ούτε οικογένεια έχω πια, ούτε σπίτι.
Και αυτό για ένα κοριτσάκι που μεγάλωσε χτίζοντας σπίτια για την οικογένειά της από πλαστελίνη και πλει μομπίλ, είναι ακαριαίο.
Νιώθω σαν "δένδρο χωρίς ανθούς" που θα ελεγε ο Σαχτούρης.
Κι όμως θα ήθελα να είμαι ανθισμένη αμυγδαλιά που πάντα θα αγαπάει τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα, αλλά δε θα έχει να ζηλέψει τίποτα από τα στολίδια τους.
Όχι σήμερα, κάθε μέρα.
Εξω από το μυαλό μου, νιώθω να μη με περιμένει τίποτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου