Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

ΤΟ ΖΑΛΙΣΜΕΝΟ.


Σε μια στιγμή μας βλέπω γέρους μαζί, να λέμε τα ίδια και να φοράμε τα ίδια και να ακούμε τα ίδια όπως εκείνη τη στιγμή.
Δεν το καταλαβαίνω.
Γιατί μου αρέσει τόσο να είμαι μαζί του.
Οι ταιριαστοί-αταίριαστοι.
Πριν φύγει παίρνω το τσιγάρο από το χέρι του, τραβάω μια ρουφηξιά ίσα για να ''κάνω κεφάλι''.
Μπλιαχ.
Γυρνάω μόνη στο σπίτι, ζαλισμένη.
Κοιτάω στον καθρέφτη της μηχανής το απλό μαύρο μου κοντομάνικο.
Είσαι το κορίτσι που θα ερωτευόταν ο Μπουκόφσκι, λέει το μπλουζάκι και μου κλείνει το μάτι.
Τα δάχτυλα και τα μαλλιά βρωμάνε τσιγαρίλα.
Ο άλλος μου εαυτός λέει πως θα 'θελε να μυρίζει βανίλια,αλλά τώρα ποιος με ακούει.
Ψάχνω να βρω το κραγιόν αλλά-ως συνήθως-κάπου κρύβεται.
Νιώθω σαν να βγαίνω από κακόφημο μπαρ της Γαλλίας.
Τελευταία μιλάω και γαλλικά, ίσως προετοιμάζομαι για αλκοολική με παρέα την τελευταία μαύρη γάτα του Ευγένιου.
Τσιμπάω από τα σκουπίδια κάτι πεταμένους γάμους στο δρόμο για το σπίτι.
Μην πάω με άδεια χέρια.
Αδεια;
Κοιτάζω τα χέρια μου αυτόματα.
Εχουν κάτι απορημένες γραμμές, τα συμπαθώ, τα φαντάζομαι να κεντάνε γρήγορα, να χορεύουν στο πληκτρολόγιο ή να στολίζουν μπισκότα.
Γυρνάω με σκόρπιες σκέψεις για μια επόμενη ταινία που θέλω να κάνω.
Πάει κι ο Τσαρλς, μπλουζάκι, σκέφτομαι πετώντας τη μπλούζα στην καρέκλα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου