Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ.

Παίρνω το χέρι σου και γράφω πάνω το όνομά μου.
Εσύ παραγγέλνεις ποτό για σένα, αφού εγώ δεν πίνω.
Φοβάμαι μην πιεις παραπάνω, ζαλιστείς και δε θυμάσαι.
Με τη σκέψη, κουμπώνω την παλάμη μου στα δάχτυλά σου σαν κομματάκια πάζλ.
Πιο γρήγορα θολώνουν για μένα όλα μάλλον.
Φαντάζομαι το χώρο να αλλάζει σχήμα και να μη χωράω πια.
Ίσως η Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων να ήταν απλά ερωτευμένη.
Ίσως.
Τη φαντάζομαι με μαλλιαρό πουλόβερ ή ακόμα και γούνα και βούλες κάτω από τα μάτια.
Πολύ μπερδεμένη, δεν ξέρει ποιο σημείωμα να πρωτοδιαβάσει, να μεγαλώσει ή να μικρύνει, την κυνηγάει κι ο λαγός με το άγχος του χρόνου στο λαιμό, πνίγεται στα ίδια της τα δάκρυα και τις υπερβολές,χάνεται σε λαβυρινθους που κανείς δεν πρόλαβε να της χτίσει, δε φτάνει ποτέ στο σημείο που ψάχνει γιατί κι αυτό εξαφανίζεται από το χάρτη, το μόνο που θυμάται είναι ένα χαμόγελο κι αυτό όσο τρέχει σε πάρτυ ψευδαισθήσεων σβήνει, χορεύει χορεύει με το ρυθμό του τικ τακ, τρέχει μακριά του αλλά ο ρυθμός την γραπώνει.
Κοιτώ το χέρι μου ξανά και βλέπω τα δάχτυλά του να το χαιδεύουν χωρίς να με έχει αφήσει όση ώρα εγώ κάνω αυτές τις σκέψεις.
Μου αρέσει πολύ όποτε δε μιλάμε να μου δείχνει έτσι την παρουσία του.
Χαμογελάω κρυφά, αναρωτιέμαι από πότε μου αρέσει αυτή η μπαλάντα που παίζει.
Σκύβω το πρόσωπό προς τον κορμό και μυρίζω τη μπλούζα μου. Μυρίζει Βερολίνο, θυμάμαι ότι την έπλυνα εκεί τελευταία φορά πριν τη φορέσω σήμερα.
Summertime sadness, α ναι, αυτή είναι η μπαλάντα.
Αφήνω το χέρι, αφήνω και το αίσθημα πριν με αφήσει αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου