Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Η ΜΑΓΙΚΗ ΜΟΝΑΞΙΑ.

Περπατάω στη Θεσσαλονίκη.
Σπάνια από τότε που έχω τη μικρή περπατώ μόνη.
Μεγάλη διαφορά να έχεις το δικό σου ρυθμό.
Να αναπνέεις.
Αποφασίζω βράδυ να πάω σινεμά.
Φεύγω τρέχοντας όπως πάντα να προλάβω τελευταία στιγμή την προβολή.
Στη Θεσσαλονίκη οι αποστασεις είναι μικρές κι αυτό ταιριάζει στο μη αποφασιστικό μυαλό μου.
Σε εφτά λεπτά έχω φτάσει από Αριστοτέλους στην Καμάρα.
Μπαίνω αργοπορημένη σε σχεδόν άδεια αίθουσα.
Ευτυχώς, δεν την αντέχω αυτή τη ντροπή.
Κάθομαι μπροστά και κέντρο, είναι σχετικά μικρό πανί.
Βλέπω το Μαγικό Κορίτσι.
Ταιριαστό στη διάθεσή μου, σηκώνει αναλυτική κριτική.
Βγαίνω όπως ήρθα και βάζω μια γερή δόση παγωμένου αέρα.
Αχ.
Δεν έχω πάρει τσάντες και μαλακίες.
Κλειδιά, λεφτά, κινητό και μακριές τσέπες του παλιού γκρί παλτό της μαμάς μου.
Τα χέρια χάνονται εκεί μέσα.
Χέρια μοναχικά με υπερκόπωση που κάνουν κριτς κρατς.
Χαζεύω τον τεράστιο ουρανό όπου μου επιτρέπεται να δω.
Ναυρίνου, Αριστοτέλους και παραλιακη ιδανικά.
Περπατώ με το κεφάλι ψηλά, φοβάμαι μην πατήσω τίποτα ή μην σκοντάψω, αλλά παίρνω το ρίσκο γιατί είμαι χαρούμενη με αυτό που ζω.
Το πρόσωπό μου έχει παγώσει για τα καλά.
Αφηνω κομματάκια μου αντί για ψίχουλα στη διαδρομή μέχρι το σπίτι.
Τα φώτα ή η διάθεση μου με υποβάλλουν.
Ζω σε μια ταινία.
Σκέφτομαι πως πάντα έχω μια κάμερα στο κεφάλι μου και όταν είμαι πιο χαμένη από άλλες φορές η κάμερα αυτή πάει μερικά χιλιοστά πιο πίσω και βλέπει από αποσταση, ζαλιζοντάς με.
Αυτή τη στιγμή βιώνω ένα αίσθημα μελαγχολικό, κενό, σαν να περνάει λίγη από την παγωνιά από μια τρυπούλα μέσα μου σαν να ειναι η καρδιά μου κοχύλι διάτρητο.
Σκέφτομαι ότι θέλω να μείνω εδώ. Να μην πάω πουθενά.
Να τους παρατήσω και τους φίλους και τις ταινίες και τα σκυλιά και τα σπίτια και τα αντικείμενα και ό,τι έχω αποκτήσει, να βάλω μια ηλεκτρική σκούπα στο αφτί μου να μου ρουφηξει τον εγκέφαλο και να γίνει το κεφάλι μου καινούργιο.
Το μόνο που θέλω να κάνω είναι αυτό που κάνω τώρα.
Να κάνω διαδρομές.
Και να βλέπω σπίτια.
Να βλέπω τις ετεροτοπίες μου.
Τι ευτυχισμένη είμαι με τις ετεροτοπίες μου.
Μακάρι να μπορούσα να το εξηγήσω έστω λίγο αυτό το αίσθημα που έχω.
Καίγομαι από χαρά.
Ανακαλύπτω κι άλλα παράθυρα, από δω απο κεί.
Γίνομαι κομμάτι τους.
Εξω από αυτά και μέσα σε αυτά.
Η ομορφιά αυτης της ζωής βρίσκεται σε αυτές τις αντιφάσεις, σε αυτά τα σχήματα.
Τα ζεύγη.
Νιώθω ότι όλο αυτό που κάνω με ρουφάει μέσα του.
Πως κινδυνεύω να αυτοεξοριστώ, να εξαφανιστώ.
Ίσως αυτό να είναι η διαδρομη μου αν δεν βρει έναν προορισμό.
Πού πηγαίνω;
Ξεκίνησα να δω σινεμά, να κάνω τη βόλτα μου, να πάρω αέρα και τώρα τριγυρνάω χωρίς να θέλω να γυρίσω κάπου.
Κάνω κύκλους στο κέντρο.
Νιώθω σαν τον Μάριο Χάκκα ή το Γιώργο Ιωάννου.
Με κούρασε το κεφάλι μου, είναι τόσο βαρύ.
Όμως δεν νιώθω έτοιμη να εγκαταλείψω.
Πρέπει να πολεμήσω αυτούς τους φόβους.
Μόνη μου, όπως ξέρω και μπορώ.
Όπως μου αρέσει, στην τελική.
Όλα αυτά ακούγονται σαν μελό μονόλογος αλλά μέσα μου δεν είναι.
Είναι μiα γρήγορη αναζήτηση.
Ψαχνω επιτέλους έναν προορισμό.
Τον βρίσκω.
Πάντα είναι εκεί για μένα.
Η κάμερα φεύγει από το κεφάλι μου και με παρακολουθεί από δίπλα, από απέναντι.
Σαν να είμαι μια οποιαδηποτε περαστική, σαν να είμαι μια άλλη που δεν εντοπίζω καθώς προσπερναω μέσα στις δικές μου σκέψεις.
Η μαγική ανωνυμία της πόλης.
Φτάνω στον μαγικό μου προορισμό, η καρδιά μου πάει να σπάσει.
Στρώνω τα μαλλιά μου, σκουπίζω την υγρή μύτη, κοιτάω νευρικά δεξιά αριστέρα περιμένοντας.
Τον περιμένω να έρθει.
Κάθε φορά.
Κάθε φορά.
Σε κάθε διαδρομή.
Παίζω στο μυαλό μου μια παλιά κασέτα σε νέες συνθήκες.
Κάποιες φορές αυτός δεν έρχεται ποτέ.
Αυτή τη φορά ήρθε.
Η κάμερα από το απέναντι πεζοδρόμιο, παρακολουθεί μια κοπέλα να χαμογελάει μόνη της.
Όλοι οι άλλοι κρύωσαν και έφυγαν.
Δεν κρυώνω, είμαι ευτυχισμένη.
Τον βλέπω να έρχεται.
Τον αναγνωρίζω ανάμεσα σε όλους.
Η φιγούρα του, το περπάτημα, η σοβαρότητά του.
Με κοιτά από κοντά, κι αυτός ημισυγκινημένος.
Με αναγνωρίζει κάθε φορά από πολύ μακριά, δεν άλλαξα καθόλου, μου λέει.
Πάω να του κάνω αστείο, μου χαιδεύει τα μαλλιά.
Η φαντασία μου κόβεται εκεί.
Συνεχίζω τη διαδρομή μου μόνη.
Εξακολουθώ να παίρνω βαθιές ανάσες που μου δίνουν το αναγκαίο οξυγόνο.
Ανοίγω την πόρτα, μπαίνω σπίτι,
Ασφυκτιώ από τη ζέστη, ξαπλώνω και θυμάμαι τις προηγούμενες 3 ώρες.
Μπορεί να μην τις έζησα καν, μονολογώ.
Η μικρή έρχεται στην αγκαλιά μου για να κοιμηθούμε.
Τα ξεχνάω όλα και βρίσκω την αγάπη στο πλασματάκι μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου