Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΧΩΜΑ.

Είναι δύο φορές μέσα στη διάρκεια της μέρας που δεν μπορώ να βρω τον ορίζοντα.
Αμέσως μόλις οι στιγμές αυτές περάσουν ή ένα τσικ πριν, εστιάζω τη ματιά μου καλύτερα και τον ξαναβρίσκω.
Όλα είναι γκρι, σχεδόν γαλάζια.
Φαντάζομαι να απλώνω το χέρι μου, να αγγίζω και να δοκιμάζω με ένα δάχτυλο τη θερμοκρασία του ουρανού. Την ώρα αυτή είναι πάντα δροσερός.
Αυτή η ηρεμία με τρελαίνει όμως.
Μπαίνω στο αμάξι και ξηλώνω τα μπροστινά καθίσματα.
Ψάχνω μανιακά κάτι.
Ίσως ένα χάρτη.
Ίσως ένα φακό.
Ίσως ακούω κάποιον ήχο.
Βάζω μπρος.
Είμαι σε ένα τοπίο άγνωστο με πολλά δέντρα.
Παγωμένο τοπίο, χειμωνιάτικο.
Μόνο φως αυτό το λευκό, της πορείας μου.
Μπαίνω και τρέχω στο δάσος.
Μοιάζει με ένα μέρος που έχω βρεθεί στο παρελθόν στο Βερολίνο.
Προάστιο.
Απρόσωπο.
Κινηματογραφικό.
Κάρβουνο.
Όλα σβήνουν.
Καρέ πιο αργά από αυτά που αντιλαμβάνεται το ματι.
Κοιτώ πίσω και χάνω το περιβάλλον.
Μόνο μπροστά.
Εχω γίνει αμάξι,
Με οδηγούν τα φώτα μου. 
Βλέπω ό,τι φωτίζω.
Κάθομαι στο πάτωμα.
Κάθομαι ή σκοντάφτω.
Δεν μπορώ να αποφασίσω.
Σίγουρα νιώθω χώμα.

Δεν με πιστεύει κανείς όταν αφηγούμαι την ιστορία αυτή.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου