Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΚΟΙΝΟ.

Αυτές τις μέρες, τελείωσαν τα γυρίσματα της ταινίας μου και με αφορμή παραστάσεις φίλων, έχω γίνει τακτική στα θέατρα.  Ως θεατρολόγος -τουλάχιστον- θα ΄πρεπε να είναι κάτι πολύ λογικό και να μην το αναφέρω καν.  Απ'την άλλη, ποτέ δεν ήμουν πολύ άνετη με το να παρακολουθώ παραστάσεις. Γιατί να νιώθω τόσο άβολα όντας θεατρικό κοινό ενώ αντίθετα στο σινεμά νιώθω τόσο οικεία; Συζητώντας το, με τα χρόνια διαπίστωσα πως η δυσκολία αυτή, δεν είναι καθόλου μα καθόλου αδιάφορη και ίσως έχει και παρακλάδια σε ερμηνείες γενικότερες ως προς τη φύση των δύο αυτών τεχνών είτε ως ολότητες είτε πιο ειδικά, ως προς την ιδιότητά του ίδιου του «μέσου», την οποία σαφώς φέρουν αμφότερες. Και με αυτό εννοώ κάτι πολύ απλό, το οποίο όλοι μπορούν να κατανοήσουν με το βασικό σχήμα της επικοινωνίας.  Ωστόσο, σηκώνει ιδιαίτερη ανάλυση το θέμα της θέασης και το σχήμα αυτό φιλοσοφικά αν σκεφτούμε τους παράγοντες και τις επιμέρους παραμέτρους και συνθήκες. Με έχει απασχολήσει όσο τίποτα άλλο η σχέση του θεατή και του θεάματος και πιστεύω πως δεν μπορεί παρά να είναι στο κέντρο του ενδιαφέροντος για όποιον ασχολείται με αυτά τα πράγματα.
Για να μην κάνω όμως υπεραναλύσεις, καθώς δεν ξεκίνησα για να γράψω αυτό, θα συνοψίσω τη θέση μου.

  Στον κινηματογράφο,  βολεύομαι και παρακολουθώ εκστατικά στην απόλυτη ησυχία- τσίχλες και ποπ κορν είναι αιτία καβγά-, νιώθοντας φιλόξενα, οικεία μα πάνω απ' όλα, ασφαλής. Μου αρέσει να βυθίζομαι στο κάθισμά μου, σχετικά μπροστά και να χάνεται το βλέμμα μου στην τεράστια οθόνη και στον ήχο που περιβάλλει. Με χαλαρώνει πολύ, μου αρέσει και νιώθω μαγεμένη. Συνήθως εντυπωσιάζομαι και αναρωτιέμαι πώς έχει γίνει κάτι ή αν με συνεπάρει τόσο η ταινία, ταράζομαι και παίρνω και εκφράσεις ασυνείδητα. Ωστόσο όταν μου αρέσει μια ταινία θέλω να τη δω και να την ξαναδώ για να μπορέσω να τη δω όπως θα ήθελα τελικά, να μπορέσω να καταλάβω κάποια πράγματα στη σειρά, να προσέξω λεπτομέρειες κοκ. Πόσο αλλάζει βέβαια όλο αυτό το αίσθημα όταν αλλάζει και ο τρόπος προβολής. Μιλώ για την κινηματογραφική αίθουσα και την οθόνη του λάπτοπ.

  Στην άλλη πλευρά, νιώθω πως όταν βρίσκομαι στο θέατρο ειμαι εκτεθειμμένη, η προσοχή μου πρέπει να βρίσκεται στο μέγιστό της προς όλα τα ερεθίσματα επί σκηνής, πρέπει να συγχρονιστώ και να μπω στον κόσμο που μου παρουσιάζεται αφήνοντας ακόμα και το σώμα μου να παραδοθεί σε αυτή την ετεροτοπία και τέλος, νιώθω ότι κι εγώ γίνομαι θέαμα από την απέναντι πλευρά. Είμαι σε πολύ δύσκολη θέση κι έτσι πολύ επιλεκτικά βάζω τον εαυτό μου σε αυτή τη διαδικασία. Ωστόσο, κάποιες φορές η θεατρική εμπειρία είναι τόσο δυνατή που με το μόνο που μπορεί να συγκριθεί είναι κάποιο πρώτο ραντεβού με ένα μεγάλο έρωτα. 
  Και αυτό πιστεύω έχει να κάνει με τρία πράγματα που υπάρχουν στο θέατρο και τελικά καταλήγουν σε ένα. α) το φυσικό μέγεθος (θεατές και ηθοποιοί παρά τις όποιες σκηνογραφικές επιλογές) β) ο σύγχρονος χρόνος και ενιαίος χώρος (όλοι βιώνουν την ίδια εμπειρία- και θέαμα και θεατής) γ) η συνείδηση της μη επαναληπτικότητας (ποτέ δε θα γίνει η ίδια παράσταση με το ίδιο κοινό, στον ίδιο χώρο, τον ίδιο χρόνο με τον ίδιο τρόπο) και άρα όλα αυτά είναι ένα: το πραγματικό/το ζωτικό. 
Στο σινεμά συνειδητά βλέπουμε κάτι φανταστικό, κάτι τεράστιο σε σχέση με εμάς, κάτι που έχει δύο διαστάσεις, είναι περιορισμένο σε μια επιφάνεια, είναι υλικό και μπορεί ανά πάσα στιγμή να κοπεί, να μεταφερθεί, να επαναληφθεί κλπ. 
Φυσικά καμία αξία δεν αναιρείται, δεν σημαίνει πως κάτι είναι σωστό ή κάτι λάθος και προφανώς η κάθε τέχνη έχει το δικό της λόγο ύπαρξης και τη δική της ουσία.
  Το θέμα είναι πως το κοινό του θεάτρου και του κινηματογράφου δεν φέρουν την ίδια ευθύνη σε καμία περίπτωση.
Δεν μου αρέσει να μιλώ τόσο καταφατικά, αλλά μου αρέσει να ορίζω σκέψεις μου και ύστερα ας τις συζητάμε ή ας τις αμφισβητώ. Αυτή είναι μια από αυτές, συνοπτικά.
  Βγαίνοντας από το θέατρο αυτές τις μέρες ένιωσα πιο ενήλικο κοινό, μου άρεσε η εμπειρία, αλλά μου άρεσε και το γεγονός ότι βγαίνοντας συνειδητοποιούσα γιατί φουντώνουν μέσα μου έντονα αισθήματα. Ήθελα να γράψω κάποιες κριτικές για αυτά που είδα - και ίσως να είχε κάποια αξία - και μάλιστα μελέτησα για κάποια από αυτά αρκετά αμέσως μετά τις παραστάσεις, αλλά δεν ξέρω αν θέλω. Είμαι σε δίλημμα. Το να βγάλω λόγο καμιά φορά είναι πολύ ενοχλητικό και επώδυνο και ίσως στοιχίζει και σε ανθρώπινες σχέσεις. Οι κριτικές είναι σκληρό πράγμα. Αποφάσισα λοιπόν πως πχ. την οργή μου σε σχέση με μια σκηνοθετική απόδοση που είδα και θεώρησα χυδαία και χωρίς αισθητική, δε θα τη θάψω και δε θα τη σχολιάσω γραπτώς, αλλά θα τη συζητήσω. Δεν ξέρω πόσο νόημα έχει, ξέρω όμως πως μου άρεσε το γεγονός ότι αρπάχτηκα με τον εαυτό μου μέχρι να βρω γιατί εκνευρίστηκα τόσο πολύ και γιατί παίρνω στα σοβαρά ακόμα και έναν τόσο πλαστό κόσμο.
  Τέλος, σκέφτομαι πως ασυνείδητα από μικρή, κάτι με μάγκωνε με το θέατρο και ακόμα δεν ξέρω τι ακριβώς, αλλά σίγουρα η δυσλειτουργία μου αυτή, με τα χρόνια και την τριβή με το ίδιο το αντικείμενο, μου φαίνεται πιο γοητευτική και αληθινή. Στην τελική θα θελα να είμαι κοινό που σέβεται και το θέαμα και τον εαυτό του.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου