Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

περί πολιτικής;

  Θυμήθηκα ένα από τα αγαπημένα μου παραμύθια. Αυτό που το έκανε να ξεχωρίζει είναι τα πολλά, ατέλειωτα τέλη του. Ούτε που μπορώ να μετρήσω τις εκδοχές της ιστορίας ή τους συνδιασμούς που έκανα για να οδηγήσω στο τέλος. Κάπως έτσι, υποθέτω μπορώ να βρω κάποια απάντηση και στα δικά μου ερωτήματα. Τα έθεσα καλύτερα ασυνείδητα και μέσα από ό,τι έργο έχω κάνει μέχρι στιγμής: η ύπαρξη, οι σχέσεις.
   Ποιός μπορεί να βρει έναν αλγόριθμο που να απαντήσει σε λύση αυτών των προβλημάτων;
Αν υπάρχει κάτι, δεν ξέρω αν θα ήθελα να το ξέρω. Επιστημονικά ίσως, ναι. Ψυχαγωγικά, επίσης. Άλλωστε, σε ποιόν δεν αρέσουν οι απλές ιστορίες με χαρούμενα τέλη; Αν και, αν το σκεφτεί κανείς καλύτερα, δεν είναι το χαρούμενο τέλος που μας κάνει να βγαίνουμε από το σινεμά ή από μια περιπέτεια ενός βιβλίου με ικανοποίηση, αλλά μάλλον το τι λάβαμε ως απάντηση στα δικά μας ερωτήματα. Σε άλλα λόγια, οι καθαρές απαντήσεις, καλές ή κακές όταν δε μας αφορούν άμεσα, μοιάζουν κάπως να καθησυχάζουν κάτι μέσα μας, κι αυτό μας αρέσει. Ας φανταστεί κάποιος μάλλον, πόσο έντονα συμβαίνει αυτό σε ακραία δραματικές θέσεις στις οποίες δύσκολα θα βλέπαμε τους εαυτούς μας να βρίσκονται παρά την απόσταση που έχει κανείς από την ίδια την ταύτιση. Είναι η ταύτιση όμως η σωστή λέξη ή η αναγνώριση; 
  Και, τι γίνεται με τα μπερδεμένα, με τα ασαφή έργα; Με τα τέλη που μένουν ανοιχτά; Μας αρέσουν άραγε οι ερωτήσεις ή προτιμάμε τις απαντήσεις στη θέση τους; Πιστεύω ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα -τουλάχιστον, για μένα. Είναι δύσκολο σίγουρα, αλλά σε κάποιους ανθρώπους το εύκολο δεν αρκεί. 
   Για να επανέλθω όμως στο πρώτο ερώτημα, συνειδησιακά, όχι, δεν ξέρω ή μάλλον πλησιάζω σε άρνηση για το αν θα ήθελα να ξέρω εάν όντως υπάρχει μία απάντηση ή λύση στα προβλήματα που μελετώ -άθελά μου-. Κι αυτός ο δισταγμός ή το δίλημμα, καταλαβαίνω πως, είναι μέρος του ίδιου του προβλήματος και άρα και της μη λύσης. Σε όσο πιο απλά και λίγα λόγια, ίσως η λέξη που ψάχνουμε είναι η δύναμη. 
   Το να μην ξέρεις, έχει δυο κοψιές: του άγνωστου και άρα της αδυναμίας ή του άγνωστου και άρα της δύναμης. Το πρώτο είναι πολύ προφανές για να το αναπτύξει κανείς. Το δεύτερο έγκειται όμως, στην πρώτη κιόλας φράση μου και θα συνδεθεί με την ανάμνησή μου. Οι άπειρες δυνατότητες ή οι επιλογές. Το άγνωστο συνδέεται με την υπόθεση, με τις πιθανότητες, με τη μεταβλητή. Θα πει κανείς, χωρίς κάτι στέρεο, χωρίς κάτι σταθερό, δεν μπορεί ίσως να υπάρξει ένα κέντρο το οποίο να θέσει καν τις βάσεις για κάτι ρευστό: "ως προς τι;" Πάντα μιλάμε για μια σχέση, ακριβώς. Αλλά για να σκεφτούμε καλύτερα, αν ούτως ή άλλως μιλάμε ή σκεφτόμαστε από μια θέση - τη δική μας- πώς μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως δεν υπάρχει αυτό, ούτως ή άλλως; Και μόνο η φαντασία κάθε ενδεχόμενου, συγκεκριμενοποιεί το θέμα, παρότι του ανοίγει όλα τα πιθανά σενάρια. 
 Είναι καλό παράδειγμα το παραμύθι που ανέφερα για να κατανοήσει κανείς τη συλλογιστική μου. Γνωρίζουμε τα θεμέλια της ιστορίας, καθώς και κάποιες επιπλέον πληροφορίες, αλλά εμείς καλούμαστε να κάνουμε τη σύνδεση και άρα να οδηγήσουμε αυτή τη διαδρομή προς όποια κατεύθυνση και όποιον προορισμό θέλουμε. Στο γρήγορο και επώδυνο, στο μακρινό και φωτεινό μέλλον; Είναι στο χέρι του κάθε αναγνώστη.
  Έτσι, υποθέτω μπορεί να δει κανείς συμβολικά και κάθε τι στη ζωή ή μάλλον στη ζωή του, για να μην υπερβάλλω. Ντε φάκτο, οι ήρωες πάντα είμαστε εμείς και η οπτική υποκειμενική, άρα καλούμαστε σε μια σειρά αποφάσεων και άρα χάραγμα διαδρομών μέσα στο χρόνο. Οι πράξεις μας, φτιάχνουν το μύθο, κι αυτό είναι που είναι τόσο γοητευτικό και παράλληλα και τόσο φοβερό (με την έννοια και του φόβου και του μεγέθους της εντύπωσης της εμπειρίας).
    Είναι διπλής όψης οι πράξεις μας, πάντα το δίπολο είναι αυτό που έχει η ίδια η δύναμη. Είτε αυτό είναι με τη μορφή της γνώσης ή της εξουσίας, που μάλλον είναι αδερφάκια με την πρώτη έννοια. Διλήμματα που έχει η αυτοκτονία ή ο έρωτας ή ακόμα και πιο μικρά, ασήμαντα σημεία στη ζωή κάποιου. Να ζεις ή να μη ζεις; Να αγαπάς ή να φοβάσαι; Όλα αυτά μοιάζουν περισσότερο συμπληρωματικά και συγκεχυμένα στο μυαλό μου, παρά αντίθετα.  Αντίστοιχα μπορεί κανείς να δει μια ταινία για παράδειγμα, ως ένα έργο δειλίας ή απίστευτης γενναιότητας ή να περιμένει από κάποιον να φερθεί με εγωισμό ή απόλυτη δοτικότητα. Τι άραγε είναι συνεπές προς τον εαυτό του; Η αλήθεια; Η εμπιστοσύνη; Το μίσος; Ποιό αγαθό ή ποια έννοια, σημαίνει τελικά κάτι χωρίς το αντίθετό του; Είναι παιδικό το σχήμα αλλά καθαρό: πώς υπάρχει το σκοτάδι χωρίς το φως και το φως χωρίς το σκοτάδι; 
   Κάπως έτσι και μόνο έτσι μπορούμε, υποθέτω, να δούμε τον κόσμο γύρω μας. Με όσο πόνο και όσο θάρρος ζητά αυτή η ερμηνευτική στα πάντα. Είναι οι αποφάσεις μέρος της φύσης μας; Είναι τα τέλη και οι απαντήσεις, τόσο κοντά μας όσο νομίζουμε ή όσο θα θέλαμε να είναι; 

Αμφιβάλλω.





για φαντάσου πόση δυστυχία μπορεί να εκφράσει κανείς σε ένα χαμόγελό του
κι εσύ να ξεγελιέσαι για την ευτυχία του


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου