ΜΝΗΜΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

Εχω αρκετές μέρες να γράψω.Είχα πάει στη Θεσσαλονίκη μου.
Βρήκα ευκαιρία με τις εκλογές και το κενό στην εξεταστική,πήρα το κουραστικότατο και δαπανηρό λεωφορείο και έκανα έκπληξη στους δικούς μου.
Καλοκαιρινή Θεσσαλονίκη,καιρό είχα να τη δω έτσι.
Πως περνάει ο γαμημένος ο καιρός,δεν μπορώ να το χωνέψω ακόμα.
Ακολούθησα τη ρουτίνα μου.Πήγα από τα αγαπημένα μου σημεία στην πόλη,ήπια τσάι με λεμόνι στο μπαλκόνι της γιαγιάς,πέρασα από το σχολείο μου,εφαγα μέχρι σκασμού κοκ.
Αυτή τη φορά,ήμουν πολύ πιεσμένη-σαν να μην έφτανε ο χρόνος με τίποτα.
Έβαλα στόχο να τελειώσω με κάποιες υποχρεώσεις,να στηρίξω τη μαμά μου στα δύσκολα οικονομικά της,ενώ παράλληλα είχα να διαβάσω και να αφιερώσω χρόνο σε ανθρώπους.
Έκανα ποδήλατο,περπάτησα αρκετά,χόρεψα στο σπίτι,πήρα μια δόση από την αδερφή μου,πήγα σε ταβερνάκι με τους παππούδες,είδα τα παιδιά του θείου μου-ελπίδα ζωής και χαράς,πήρα αγκαλιά τον νεογέννητο ξάδερφο,έκανα πειραματισμούς με την κάμερα και φόρτωσα με ιδέες.
Εψαξα και είδα,πράγματα παλιά,αγαπημένα.
Το παρελθόν είναι παντού,αλλά μυρίζει σαν μούχλα στον τοίχο.Ανατριχιάζω με την αλλαγή.
Ταυτίζω το παρελθόν με την οικογένεια.Την οικογένεια με την ευτυχία.Την ευτυχία με το παρελθόν.
Προσπάθησα να μείνω σε οικογενειακό κλειστο κύκλο.Να βιώσω λίγο καθαρό πόνο.
Όχι,από μαζοχισμό,αλλά από ανάγκη να νιώσω κάτι ουσιαστικό και αληθινό.
Είχαμε ωραία οικογένεια.Πώς σκατά τα κάναμε έτσι;
Σπάω το κεφάλι μου,να βρω αιτίες και λύσεις.Τζίφος,χρόνος.
Συνειδητοποίησα πως έχω χάσει πράγματα λόγω της απόστασης.
Όταν είμαστε μακριά,ξεχνάμε πως όσο εμείς ζούμε,τα πράγματα που αφήσαμε πίσω μας,κινούνται.
Η απόσταση -είτε μετριέται σε χιλιόμετρα,σε μνήμες ή σε σκέψεις-είναι θάνατος.
Και αν δεν βιώσουμε το πένθος αυτό,δεν θα έχουμε που να γυρίσουμε.
Ενα βραδυ σε πάρτυ με παλιούς γνωστούς να εμφανίζονται σαν φαντάσματα από παντού,ήταν αρκετό για να μη θέλω κανέναν τους.
 Όταν αποχωρίζεσαι κάποια πράγματα και αυτά ζουν μακριά σου, μεγαλώνουν και αναπτύσσουν άλλες σχέσεις, αλλάζουν,γίνονται ξένα.
Δεν μπορώ να υποκρίνομαι ότι γύρισα στα ίδια.
Γύρισα σε μια ρημαγμένη μνήμη.
Βλέπω τη ζωή μου σε φιλμ χιλιοπαιγμένο και φθαρμένο και δεν τη γνωρίζω.Αυτό είναι μιζέρια,δεν είναι η ζωή μου.Τη βλέπω και συγκινούμαι.
Είναι ξένο,δεν είμαι εγώ.
Το θεωρώ θλιβερό,να κάνω πως δε βλέπω το θάνατο σε αυτά και να συνεχίζω λες και δε συμβαίνει τίποτα.Κάποια πράγματα σαπίζουν.

 Δε μου έφτασαν οι μέρες.Ήθελα να μείνω κι άλλο.Το τράβηξα όσο μπορούσα,αλλά δε γινόταν.Στο δρόμο για Αθήνα,νομίζω,ήταν η πρώτη ενήλικη φορά,που έκλαψα γιατί αποχωριζόμουν τη μαμά μου.
Δεν ήθελα να φύγω,δεν ήμουν έτοιμη να μείνω μόνη.