ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ.



«Μεγάλωσα στη θάλασσα και η φτώχεια ήταν για μένα χλιδή. Ύστερα έχασα τη θάλασσα κι όλη η πολυτέλεια μου φάνηκε γκριζωπή, μιζέρια αβάσταχτη. Από τότε περιμένω. Περιμένω τα πλοία του γυρισμού [...] Κάνω υπομονή, βάζω τα δυνατά μου να είμαι ευγενικός. Με βλέπουν να περνώ απ' όμορφους δρόμους όλο σοφία, θαυμάζω τα τοπία, χειροκροτώ όπως όλος ο κόσμος, δίνω το χέρι, κάποιος άλλος μιλά με τη φωνή μου. Με επαινούν, ονειρεύομαι λίγο, με προσβάλλουν, μόλις που αντιδρώ. Ύστερα ξεχνώ και χαμογελώ σ' εκείνον που με προσβάλλει ή χαιρετώ με υπερβολική ευγένεια τον άλλο που αγαπώ. Τι να κάνω όταν δε θυμάμαι παρά μόνο μια εικόνα; Με προστάζουν να τους πω ποιός είμαι. "Ακόμα τίποτα, τίποτα..." 

Όσο για τις κηδείες, εκεί είναι που ξεπερνώ τον εαυτό μου. Πραγματικά διαπρέπω. [...] Περπατώ με βήμα αργό [...], εκεί κάτω από την πληγή του ουρανού που μόλις αρχίζει να ματώνει, κοιτάζω τους θαρραλέους συντρόφους να θάβουν τους φίλους μου σε τρία μέτρα βάθος.Αν ρίξω το λουλούδι που μου προσφέρει το λασπωμένο χέρι, πετυχαίνω πάντα τον τάφο. Η ευσέβεια μου είναι μετρημένη, η συγκίνησή μου καθωσπρέπει, το κεφάλι σωστά σκυμμένο. Θαυμάζουν πόσο ορθά μιλώ. Όμως, δεν είμαι αξιέπαινος: περιμένω.
Περιμένω πολύ. Πού και πού σκοντάφτω, χάνω την επιδεξιότητά μου, η επιτυχία με εγκαταλείπει. Τι σημασία έχει, είμαι μόνος τότε. Ξυπνώ έτσι μέσα στη νύχτα και μισοκοιμισμένος νομίζω ότι ακούω κύματα [...]. Σαν ξυπνώ για τα καλά, αναγνωρίζω τον άνεμο στα φυλλώματα και το παραμονεμένο βουητό της πόλης. Ύστερα, μόνο με τα λίγα ψίχουλα της δεξιοτεχνίας μου, προσπαθώ να κρύψω την απόγνωση μου ή να τη ντύσω με το πνεύμα της εποχής.»




από το διήγημα Η θάλασσα μες στα χέρια μας, Α.Καμύ - καιρό είχε να με συγκινήσει κάτι τόσο.