ΓΕΩΠΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΝΟΙ.

Σηκώθηκα από τον ύπνο και θέλησα να ποτίσω τον κήπο μου.
Αυτόματη γραφή σαν αυτόματο πότισμα.
Πότισα δυο σκέψεις, κλάδεψα τα λόγια μου, πήρα μερικές βαθιές ανάσες.
Αχ, σαν κάτι να άνθισε εδώ μέσα.
Βλέπω από δω κι από κει να ξεφυτρώνουν κάτι όμορφες, άτακτες παραφυάδες. 
Αγνωστη η ταυτότητά τους.
Δε με ανησυχεί, με κάνουν ευτυχισμένη που εισβάλλουν στο χώρο με τα κλαδάκια και τους μικρούς βλαστούς τους.
Λίγη ζωή παραπάνω, αναλογίζομαι.
Και τι θα γίνει με τις καινούργιες λέξεις;
Δεν έχω τόσο χώρο για αυτές πια.
Βάζω τα χέρια στη μέση και στέκομαι σε απόγνωση μέσα στα χώματα.
Τι να πρωτοθάψει κανείς και τι να ξεριζώσει;
Δεν μπορώ να αποφασίσω, δεν μπορώ να σκεφτώ.
Κοιτάω πού και πού κλεφτά τους κήπους των γειτόνων μπας και πάρω καμιά ιδέα αλλά μπερδεύομαι ακόμη περισσότερο.
Το μάτι μου μένει καρφωμένο σε ένα εντυπωσιακό δέντρο, που στέκεται αγέρωχο στη γωνία.
Πόσες ιστορίες να έχει ακούσει άραγε;
Επιστρέφω στο κρεβάτι μου χωρίς να έχω καταφέρει κάτι σπουδαίο.
Δεν μπορώ να κλείσω τα μάτια μου.
Φοβάμαι ότι όταν θα ξυπνήσω πάλι, κάποιο φυτό μου θα έχει παραμεληθεί, θα είναι νεκρό.
Ποτέ δεν ήμουν καλή στη γεωπονία, σκέφτομαι, πώς κατέληξα να μιλάω λοιπόν στα λουλούδια;